Δευτέρα 30 Απριλίου 2012

Αστοχίες και στοχεύσεις της οικονομικής πολιτικής


του Χρήστου Χατζηιωσήφ


Η συναίνεση που απαιτούσαν οι εγχώριοι και ξένοι υποστηρικτές της πολιτικής που εφαρμόζεται στη χώρα μας από τον Μάη του 2010 επιτέλους επιτυγχάνεται, αλλά εναντίον αυτής της πολιτικής.

 Μια νέα συναίνεση φαίνεται να διαμορφώνεται ανάμεσα στους εκπροσώπους του αστικού κόσμου της χώρας: Η πολιτική που υιοθετήθηκε με το Μνημόνιο του Μαΐου του 2010 ήταν «καταστροφική». Δημοσιογράφοι που την υποστήριξαν με φανατισμό, σήμερα την καταδικάζουν απερίφραστα. Πολιτικοί που την εισήγαγαν ή την κάλυψαν την αποκηρύσσουν. Αυτή τη νέα ομοφωνία συνόψισε και αιτιολόγησε ο πρώην πρωθυπουργός Κώστας Σημίτης, μπροστά στους γερμανούς ακροατές του, στο Βερολίνο στις 24 Ιανουαρίου: «Το Μνημόνιο, χωρίς ικανοποιητική προετοιμασία», συνοδευόταν από «εξωπραγματικούς όρους» και αποτέλεσε «πολιτικά μοιραίο λάθος». Το «λάθος» της οικονομικής πολιτικής, σύμφωνα με αυτή την ανάγνωση, συνίστατο στο ότι η περικοπή των δαπανών προκάλεσε μια «πρωτόγνωρη» ύφεση.
 Μπροστά στην ομόφωνη καταδίκη αυτής της πολιτικής είναι φυσικό ότι ορισμένοι από αυτούς που την υποδέχθηκαν να δηλώνουν τώρα είτε ότι αγνοούσαν το περιεχόμενο του Μνημονίου (Μ. Χρυσοχοΐδης) είτε ότι είχαν μόνο τρεις ώρες στη διάθεσή τους για να το διαβάσουν (Λ .Κατσέλη). Άλλοι πάλι, όπως ο Χάρης Καστανίδης, κατηγόρησαν τους συντάκτες του Μνημονίου ότι δεν έλαβαν υπόψη τους τις συμβουλές του μεγάλου μονεταριστή οικονομολόγου Μίλτον Φρήντμαν (ραδιόφωνο ΝΕΤ, 31.1.2012).
 Οι καθυστερημένες καταδίκες και διαφοροποιήσεις προκαλούν εύλογες απορίες. Πρώτον, γιατί επί δύο χρόνια το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επιμένουν σε αυτή την πολιτική, εάν είναι πράγματι τόσο εμφανώς λανθασμένη; Δεύτερον, γιατί οι έλληνες πολιτικοί εξακολούθησαν να ψηφίζουν τις επικαιροποιήσεις του Μνημονίου και μόλις ψήφισαν τη νέα ενισχυμένη μορφή του;
 Η ομιλία του Κ. Σημίτη στο Βερολίνο προσφέρει έμμεσα την απάντηση. Κατά τον πρώην πρωθυπουργό, το δημόσιο χρέος δεν ήταν η αιτία της κρίσης. «Η μειωμένη ανταγωνιστικότητα των περιφερειακών χωρών και τα μεγάλα ελλείμματα στο ισοζύγιο εξωτερικών συναλλαγών τους ήταν ένας πολύ σοβαρότερος λόγος για την έξαρση του χρέους στις χώρες της περιφέρειας της Ένωσης από τη διαχειριστική ανικανότητα των διοικούντων της. Κατά μέσο όρο το διάστημα 2000-07 το ετήσιο έλλειμμα του εμπορικού ισοζυγίου της Ελλάδος ήταν -8,4% και της Πορτογαλίας – 9,4% ενώ το πλεόνασμα της Γερμανίας ήταν 3,2% και της Ολλανδίας 5,4%. Για να καλύψουν το έλλειμμα, οι περιφερειακές χώρες είναι υποχρεωμένες να δανείζονται όλο και περισσότερο. Το αποτέλεσμα είναι η αύξηση του δημόσιου χρέους τους».
 Αυτή η ερμηνεία της ελληνικής κρίσης δεν είναι πρωτότυπη· ενυπήρχε σε όλες τις συνταγές που προτάθηκαν για το ξεπέρασμά της μέσω της εσωτερικής υποτίμησης. Ο δηλωμένος στόχος της εσωτερικής υποτίμησης ήταν να καταστήσει τα εγχώρια παραγόμενα προϊόντα φθηνότερα και ανταγωνιστικότερα στις εξωτερικές αγορές και, κάτι που συνήθως αναφέρεται ασαφώς και φευγαλέα, να μειώσει το διαθέσιμο εισόδημα για την πραγματοποίηση εισαγωγών. Αθροιστικό αποτέλεσμα της εσωτερικής υποτίμησης, η μείωση του ελλείμματος στις εξωτερικές συναλλαγές.
  Ήταν επίσης γνωστή η σύγκρουση ανάμεσα στους δύο στόχους, δηλαδή ότι η εσωτερική υποτίμηση με τη μείωση των εισοδημάτων μειώνει αυτόματα και τα φορολογικά έσοδα του δημοσίου, και έτσι αντιστρατεύεται την επιδιωκόμενη μείωση των δημοσιονομικών ελλειμμάτων. Αυτό έλπιζαν ότι θα ξεπερνιόταν με ακόμα μεγαλύτερη περικοπή των κρατικών δαπανών. Πρόκειται για το περίφημο «εμπροσθοβαρές» του αρχικού προγράμματος.
Είναι αλήθεια ότι στις σχετικές τοποθετήσεις, όπως για παράδειγμα στις δηλώσεις του Στρως-Καν περί της ανάγκης εσωτερικής υποτίμησης, η σχέση δημόσιου χρέους και εμπορικού ελλείμματος παρέμενε ασαφής. Οι εγχώριοι υποστηρικτές του Μνημονίου, όταν ανέφεραν το έλλειμμα στο εμπορικό ισοζύγιο, το παρουσίαζαν ως ένα παράλληλο ή πρόσθετο πρόβλημα χωρίς άμεση σύνδεση με το δημόσιο χρέος. Στην ομιλία Σημίτη, η σχέση αυτή αναγνωρίζεται ως άμεση: «Οι περιφερειακές χώρες είναι υποχρεωμένες να δανείζονται όλο και περισσότερο. Το αποτέλεσμα είναι η αύξηση του δημόσιου χρέους τους». Η παρέμβαση Σημίτη, όσο διστακτική και αν ηχούσε, αποτέλεσε πραγματική ρήξη με τις επανειλημμένες δημόσιες αυτοενοχοποιήσεις ελλήνων πολιτικών και ανώτερων δημόσιων λειτουργών στο εξωτερικό. Αν δεν είχε την απήχηση στην οποία στόχευαν οι οργανωτές της, αυτό δεν οφείλεται στις διαμαρτυρίες μέρους του ακροατηρίου στο Βερολίνο, αλλά στο ότι οι απόψεις αυτές δεν έχουν πολιτικό έρεισμα στο εσωτερικό της Ελλάδας, καθώς οι παλιοί υποστηρικτές της πρωθυπουργίας Σημίτη έχουν επενδύσει την πολιτική και κοινωνική επιβίωσή τους στην αταλάντευτη υποστήριξη της πολιτικής των διαδοχικών δανειακών συμβάσεων. Η παρέμβαση ήταν υπερβολικά διστακτική, θα μπορούσε άνετα να τη χαρακτηρίσει κανένας δειλή, ώστε να μπορέσει να υπερνικήσει τις πολιτικές αδράνειες και να προκαλέσει ένα δημιουργικό σοκ.
 Η επιμελής αποφυγή της συσχέτισης των δημοσιονομικών ελλειμμάτων με το έλλειμμα του εμπορικού ισοζυγίου και του ισοζυγίου πληρωμών στον δημόσιο λόγο τόσο των ελλήνων ιθυνόντων όσο και των ευρωπαίων ομολόγων τους είναι εύκολο να γίνει κατανοητή.
Η επέκταση του ελληνικού κεφαλαίου στα Βαλκάνια: επιτυχία ή αδυναμία;
 Για τους Έλληνες, μια εμβάθυνση σε αυτό το ζήτημα, δηλαδή στις δομές της παραγωγής, της κατανάλωσης και του πιστωτικού συστήματος θα έφερνε στην επιφάνεια χαρακτηριστικά της ελληνικής κοινωνικής διάρθρωσης και των πολιτικών ισορροπιών που βρίσκονται εκτός κριτικής, καθώς θεωρούνται οι πυλώνες του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού. Θα έδειχνε ότι οι αιτίες της τελικής αποτυχίας του ελληνικού οικονομικού συστήματος στον διεθνή καταμερισμό της εργασίας βρίσκονταν ακριβώς σε ό,τι επί δεκαετίες παρουσιαζόταν ως επιτυχία.
Μια από τις θεωρούμενες επιτυχίες είναι η διείσδυση του ελληνικού κεφαλαίου στα Βαλκάνια και την Ανατολική Ευρώπη. Μεγάλος αριθμός επιχειρήσεων μεταποίησης έκλεισαν, στη Βόρεια κυρίως Ελλάδα, και μετεγκαταστάθηκαν στην άλλη πλευρά των συνόρων. Δεν έγινε όμως καμία προσπάθεια να αποτιμηθούν οι αρνητικές επιπτώσεις της μεταφοράς των επιχειρήσεων όχι μόνο στην απασχόληση, αλλά και στη συνολική οικονομική δραστηριότητα στις περιοχές που εγκαταλείπουν οι επιχειρήσεις και κατ’ επέκταση στα φορολογικά έσοδα.
 Η μετεγκατάσταση συνοδεύθηκε και υποστηρίχθηκε από την επέκταση του δικτύου των ελληνικών τραπεζών στα Βαλκάνια, και σε ορισμένες περιπτώσεις και πέρα από αυτά. Σε πολλές από αυτές τις χώρες, οι ελληνικές τράπεζες κατέχουν το μεγαλύτερο μερίδιο της τραπεζικής αγοράς. Ούτε εδώ υπήρξε προσπάθεια να αποτιμηθούν οι επιπτώσεις στην ελληνική οικονομία.
 Για παράδειγμα, κατά πόσον οι εσωτερικοί πόροι που μεταφέρθηκαν στο εξωτερικό μείωσαν τις ευκαιρίες ή κατέστησαν ακριβότερη τη χρηματοδότηση της εγχώριας παραγωγής και των υπηρεσιών και απότρεψαν την αναβάθμισή τους. Ούτε έχει ερευνηθεί η χρήση από τις ελληνικές τράπεζες των τίτλων του ελληνικού δημόσιου χρέους σε ευρώ ως ασφαλειών για τη χρηματοδότηση της επέκτασής τους εκτός των συνόρων, και κατά συνέπεια δεν έχει υπάρξει προβληματισμός πάνω σε ένα πρόσθετο κίνητρο που είχαν οι ελληνικές τράπεζες για την αύξηση του δημόσιου δανεισμού.
 Η επέκταση του ελληνικού κεφαλαίου στα Βαλκάνια και την Ανατολική Ευρώπη αντιμετωπίσθηκε στην Ελλάδα, και καμιά φορά και εκτός αυτής, με θριαμβολογίες σαν δείγμα ισχύος του ελληνικού καπιταλισμού, ενώ στην πραγματικότητα ήταν απόρροια των αδυναμιών της αναπαραγωγής της ελληνικής οικονομίας. Αλλά και άλλες θεωρούμενες επιτυχίες ή «ατού» της ελληνικής οικονομίας δεν έχουν υποστεί κριτική ανάλυση. Δεν έχει εκτιμηθεί η σύνδεση του τουρισμού με την εγχώρια παραγωγή, και έτσι δεν έχει υπολογισθεί το καθαρό αποτέλεσμα των ακαθάριστων τουριστικών εισπράξεων –οι μόνες που μετρώνται– πάνω στη συνολική εγχώρια κατανάλωση, τις εισαγωγές και το ισοζύγιο πληρωμών. Το ίδιο ισχύει για το λεγόμενο ναυτιλιακό συνάλλαγμα. Αντίθετα, η κοινή γνώμη τροφοδοτείται με καθησυχαστικά στερεότυπα για τη «βαριά βιομηχανία» του τουρισμού και θριαμβολογίες για τις πρωτιές των ελλήνων εφοπλιστών. Φυσικά ούτε λέξη για τις αδυναμίες στην κεφαλαιακή διάρθρωση των τουριστικών επιχειρήσεων, που οδηγούν όλο και περισσότερες σε ξένα χέρια.
Ο «ήχος του χρήματος» και η υποχώρηση του οικονομικού λογισμού
 Δεν αποτελεί υπερβολή να υποστηρίξουμε ότι υπήρξε μια ουσιαστική υποχώρηση του οικονομικού λογισμού στην Ελλάδα σε μια περίοδο στην οποία πολλαπλασιάσθηκε ο αριθμός των οικονομικών εφημερίδων και των εκπομπών στα ραδιόφωνα και τις τηλεοράσεις, και γενικότερα ο λόγος περί της οικονομίας, ο «ήχος του χρήματος», όπως τιτλοφορείτο μια ραδιοφωνική εκπομπή της ΝΕΤ, ήταν καθημερινά πανταχού παρών στα μέσα μαζικής ενημέρωσης και την πολιτική. Φορείς του, τα στελέχη των αμέτρητων νέων εταιρειών συμβούλων και χρηματιστηριακών γραφείων, οι οικονομολογίζοντες δημοσιογράφοι, το προσωπικό των τμημάτων οικονομικών, μάρκετινγκ κλπ. που ιδρύθηκαν σε όλα σχεδόν τα ελληνικά πανεπιστήμια και οι νεοαφιχθέντες από το εξωτερικό κάτοχοι μεταπτυχιακών τίτλων και διδακτορικών σε διάφορους κλάδους των οικονομικών και, τέλος, οι πολιτικοί που προσπαθούσαν να αντλήσουν πολιτικά οφέλη από τις μεταβολές της οικονομικής συγκυρίας που δεν έλεγχαν και συχνά ούτε κατανοούσαν. Σ’ αυτό το κλίμα, σχεδόν κανένας δεν ενδιαφερόταν πλέον για το πάγιο έλλειμμα του εμπορικού ισοζυγίου, του οποίου η χρηματοδότηση φαινόταν εξασφαλισμένη χάρη στο ευρώ.
  Οι αρχές της Ευρωπαϊκής Ένωσης και οι ισχυρές οικονομικά χώρες δεν έχουν επίσης κανένα ενδιαφέρον να εμβαθύνουν στη σχέση ελληνικού δημόσιου χρέους και εμπορικού ελλείμματος. Και, πέρα από την ελληνική περίπτωση, δεν επιθυμούν να διακινδυνέψουν να αποκαλυφθεί η εγγενής ροπή της Ε.Ε. προς τη διεύρυνση των ανισοτήτων ανάμεσα στα μέλη της. «Όταν δημιουργείς έναν κοινό νομισματικό χώρο, τότε επικρατεί η ισχυρότερη οικονομία», παραδέχεται εκ των υστέρων ο Γκ. Σρέντερ με αφορμή τις γαλλογερμανικές σχέσεις (Der Spiegel, 5.9.2011). 
 Οι ευρωπαίοι ιθύνοντες δεν μπορούν να ομολογήσουν δημόσια την πλήρη αποτυχία των ευρωπαϊκών διαρθρωτικών πολιτικών, να αντιστρέψουν αυτή τη δυναμική και να εξισώσουν της οικονομικές συνθήκες ανάμεσα στα διάφορα κράτη-μέλη. Ο παλαιότερος στόχος της σύγκλισης του επιπέδου διαβίωσης σε όλη την Ένωση εγκαταλείφθηκε σιωπηρά, και ο υποβιβασμός του βιοτικού επιπέδου στις χώρες που «ζουν πάνω από τις δυνατότητές τους» θεωρείται όχι μόνο αναπόφευκτος, αλλά και επιθυμητός. Είναι χαρακτηριστικό ότι και εδώ η γερμανική έκφραση “ζουν πάνω από τις δυνατότητές τους” αναφέρεται στο εμπορικό ισοζύγιο ως πηγή των οικονομικών ανισορροπιών. Στις δημόσιες συζητήσεις στα διεθνή φόρα η ευρωπαϊκή αυτή πολιτική και οι γερμανοί εμπνευστές της κατηγορούνται ότι διακινδυνεύουν να βυθίσουν όλη την Ευρώπη σε μια μακρόχρονη ύφεση.
Η επάνοδος ενός επιθετικού και στριγκού γερμανικού εθνικισμού
 Το ερώτημα που ανακύπτει είναι γιατί οι κυβερνώντες στη Γερμανία αψηφούν το ενδεχόμενο μιας γενικευμένης ύφεσης στην Ευρώπη από την οποία μπορεί να πληγεί και η γερμανική οικονομία. Η απάντηση δεν πρέπει να υποτιμήσει το βάρος του εσωτερικού πολιτικού κλίματος στις αποφάσεις των ιθυνόντων. Η Γερμανία δεν αποτελεί εξαίρεση στη γενικότερη τάση ανόδου των συντηρητικών απόψεων και πολιτικών δυνάμεων, σε όλη την Ευρώπη. Το ιδιαίτερο στοιχείο στη Γερμανία είναι ότι, για πρώτη φορά μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, οι εθνικιστικές αντιδράσεις βγαίνουν τόσο απροκάλυπτα στην επιφάνεια. Εθνικιστικά στερεότυπα και προκαταλήψεις που άλλοτε εκφράζονταν ελεύθερα μόνο μέσα στη νοτισμένη με καπνό και οινόπνευμα ατμόσφαιρα των καπηλειών στα χωριά και τις μικρές πόλεις της Γερμανίας, τώρα απλώνονται στους τίτλους των εφημερίδων και πολλαπλασιάζονται στις δημόσιες παρεμβάσεις των πολιτικών.
 Ο γερμανικός εθνικισμός, που την εποχή του Μουντιάλ του 2006 και του διαγωνισμού της Γιουροβίζιον, πριν από δύο χρόνια, εμφανίσθηκε σε μια ατμόσφαιρα γιορτής, σήμερα έχει γίνει πιο στριγκός και επιθετικός. Οι Έλληνες έχουν την τιμητική τους σε αυτές τις εκδηλώσεις, αλλά δεν μένουν άθικτοι και άλλοι ευρωπαϊκοί λαοί. Δεν εννοώ τα μικρά, ολοένα και συχνότερα επεισόδια εθνικιστικών ύβρεων στην καθημερινή ζωή που δέχονται οι Έλληνες στη Γερμανία, αλλά τα δημοσιεύματα του σοβαρού Τύπου. Εάν πριν από δύο χρόνια η ελληνική κοινή γνώμη είχε σοκαριστεί με το εξώφυλλο του περιοδικού Focus, έντυπο το οποίο ούτως ή άλλως επιδιώκει τον εύκολο εντυπωσιασμό, σήμερα αντίστοιχες γελοιογραφίες για τους διεφθαρμένους και τεμπέληδες Έλληνες δημοσιεύονται καθημερινά στις σοβαρές γερμανικές εφημερίδες, χωρίς να συγκινούν πλέον κανέναν.
Εξαιρετικά χαρακτηριστικό του παραδοσιακού γερμανικού «χιούμορ» και του αναγεννημένου γερμανικού εθνικισμού είναι το σχόλιο στην πρώτη σελίδα της Frankfurter Allgemeine Zeitung (27.1.2012): «Οι άνθρωποι και πάνω από όλους οι Έλληνες και οι Αμερικάνοι είναι παράξενα όντα, προ πάντων όταν κατέχονται από πάθη τα οποία, για να το εκφράσουμε επιεικώς, είναι διασκεδαστικά. Το αντίστοιχο με τη διασκέδαση των Ελλήνων να εκνευρίζουν τους Κεντροευρωπαίους είναι για τους Αμερικάνους τα σχέδια, όπως αυτό του Ρεμπουπλικάνου Γκίνγκριχ να μετατρέψει τη Σελήνη στην 51η πολιτεία των ΗΠΑ. Αλλά ακόμα και αν όλοι οι Αμερικάνοι (και οι Έλληνες) ξαλαφρώνοντας τον κόσμο που ασθμαίνει κάτω από το βάρος τους εγκαθίσταντο εκεί…». Το «χιουμοριστικό» αυτό σχόλιο είναι χαρακτηριστικό του γερμανικού μείγματος υπεροψίας και ανασφάλειας: η Γερμανία αισθάνεται τόσο ισχυρή, ώστε δυσανασχετεί με την αμερικανική πρωτοκαθεδρία και ταυτόχρονα νιώθει να απειλείται από την ελληνική αταξία. 
 Η προφανής οικονομική ισχύς είναι ο δεύτερος, μετά τις ιδεολογικοπολιτικές αδράνειες, και κυριότερος λόγος για την εμφανή γερμανική αδιαφορία στο ενδεχόμενο μιας γενικευμένης ύφεσης στην Ευρώπη. Παρά το γεγονός ότι όλο και περισσότερες ευρωπαϊκές οικονομίες γλιστράνε στην ύφεση, οι ρυθμοί μεγέθυνσης της γερμανικής οικονομίας δεν έχουν επηρεαστεί σημαντικά, η ανεργία βρίσκεται στο χαμηλότερο επίπεδο από το 2006. Η εξαιρετική για τα σημερινά ευρωπαϊκά δεδομένα υγεία της γερμανικής οικονομίας οφείλεται σε δύο λόγους.
 Ο πρώτος είναι ότι, κατά την περίοδο της «νέας οικονομίας», οι γερμανοί πολιτικοί και επιχειρηματίες αντιστάθηκαν στον λόγο περί «μεταβιομηχανικής εποχής» που ήταν του συρμού στις άλλες δυτικές κοινωνίες και δεν παραμέλησαν τη βιομηχανική βάση της χώρας. Αντίθετα, βελτίωσαν με μαζικές επενδύσεις και νέες τεχνολογίες, που κατά κανόνα δεν αναπτύχθηκαν στη χώρα αλλά εισήχθηκαν, τους παραδοσιακά ισχυρούς τομείς των μηχανοκατασκευών και των διαρκών καταναλωτικών αγαθών. Σήμερα, η γερμανική βιομηχανία συνεισφέρει το 30% του ΑΕΠ της χώρας, ποσοστό-ρεκόρ στην Ευρώπη, όπου ο αντίστοιχος γαλλικός βιομηχανικός τομέας συμβάλλει με μόλις 16% στο ΑΕΠ. Η υψηλή συμμετοχή της βιομηχανίας στη Γερμανία διατηρήθηκε, παρά τις απώλειες του κλάδου των καταναλωτικών αγαθών, όπου η γερμανική μεταποίηση, συνεχίζοντας μια τάση συρρίκνωσης δεκαετιών έχει περιορισθεί σε λίγες σχετικά επιχειρήσεις που παράγουν ανώτερης ποιότητας προϊόντα για υψηλές εισοδηματικές κατηγορίες. Χάρη στο μεγάλο βάρος του κλάδου παραγωγής μέσων παραγωγής, ακόμα και η μεταφορά παραγωγικών μονάδων στο εξωτερικό επιδρά θετικά στην εγχώρια απασχόληση.
Η επανένωση των δύο Γερμανιών
 Ο δεύτερος λόγος ισχύος της γερμανικής οικονομίας, αλλά ταυτόχρονα και η κρυφή αδυναμία της που θα μπορούσε να την υπονομεύσει στο μέλλον είναι ο τρόπος με τον οποίο η οικονομία και το πολιτικό σύστημα της Δυτικής Γερμανίας διαχειρίστηκε την επανένωση των δύο Γερμανιών. Η αναδρομή σε αυτήν τη γερμανική υπόθεση έχει γενικότερο ενδιαφέρον, γιατί αποκαλύπτει τον τρόπο σκέψης των γερμανών ιθυνόντων, οι οποίοι προσπαθούν να εφαρμόσουν την ίδια συνταγή και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Στην Ελλάδα, σε παλαιότερες φάσεις αισιοδοξίας και αφέλειας ως προς την εφαρμογή του Μνημονίου αναφέρθηκε το γερμανικό παράδειγμα, προκειμένου να εφαρμοσθεί στις ιδιωτικοποιήσεις ή στην «αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας».
Η ιδιωτικοποίηση της δημόσιας περιουσίας της Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας ξεκίνησε αμέσως μετά την πτώση του τείχους. Η πρώτη φάση αφορούσε την εκκαθάριση του υλικού και ανθρώπινου παραγωγικού δυναμικού της Ανατολικής Γερμανίας ολοκληρώθηκε μέσα στην πρώτη φάση της οικονομικής ενοποίησης μετά την πολιτική επανένωση των δύο Γερμανιών το 1991.   Η πρώτη αυτή φάση αφορούσε την εκκαθάριση του υλικού και ανθρώπινου παραγωγικού δυναμικού της Ανατολικής Γερμανίας και  ολοκληρώθηκε  ουσιαστικά μέχρι το 1993. Η δεύτερη φάση εκτυλίχθηκε μετά το 2005 και αφορούσε τη μείωση του δημοσιονομικού κόστους που συνεπαγόταν η επούλωση των κοινωνικών πληγών τις οποίες είχε ανοίξει η επανένωση.
 Ο τρόπος με τον οποίο συγχωνεύθηκαν μετά το 1989 οι οικονομίες των δύο Γερμανιών καθορίσθηκε από δύο στοιχεία. Το πρώτο ήταν ο καθορισμός της ισοτιμίας δυτικογερμανικού προς ανατολικό μάρκο στο 1:2 και όσον αφορά τους μισθούς στο 1:1, ενώ μέχρι τότε η ισοτιμία στην ελεύθερη αγορά ήταν στην καλύτερη περίπτωση 1:3. Ο δεύτερος, η κινητοποίηση ενός ισοπεδωτικού προπαγανδιστικού μηχανισμού, ο οποίος διακήρυξε ως αναμφισβήτητη αλήθεια την πλήρη αποτυχία του κοινωνικού συστήματος της Ανατολικής Γερμανίας, ενώ ταυτόχρονα ενοχοποίησε μαζικά τους Ανατολικογερμανούς όχι γιατί τυχόν το υποστήριξαν ή το ανέχθηκαν, αλλά για το γεγονός και μόνο ότι έζησαν κάτω από αυτό. Σε συνδυασμό με μεμονωμένες τρομοκρατικές ενέργειες που ξύπνησαν τα τυπικά γερμανικά αντανακλαστικά πειθάρχησης στην κρατική εξουσία, αδιάφορο ποια είναι αυτή, παρέλυσε η διάθεση για αντίσταση στις αλλαγές και εξωθήθηκαν στο περιθώριο του πολιτικού συστήματος οι συμπαγείς, σε περιφερειακό επίπεδο, μειοψηφίες (25-30% του εκλογικού σώματος) που αντέδρασαν πολιτικά σε αυτές.
 Η ισοτιμία 1:1 για τα μικροποσά μερικών χιλιάδων μάρκων και τους μισθούς ικανοποίησε την ομόθυμη απαίτηση των πολιτών της τέως Ανατολικής Γερμανίας, που ήθελαν να επωφεληθούν από τις καταναλωτικές δυνατότητες της αγοράς της Δυτικής Γερμανίας, στην οποία είχαν επιτέλους ελεύθερη πρόσβαση. Η μαζική στροφή προς τα δυτικά προϊόντα εκμηδένισε διαμιάς τη ζήτηση για τα περισσότερα καταναλωτικά προϊόντα που παράγονταν στην Ανατολική Γερμανία ήδη πριν ολοκληρωθεί η πολιτική ένωση των δύο Γερμανιών. Το αυτοκίνητο Trabant, που μέσα σε λίγες ώρες μετατράπηκε από δημοφιλές καταναλωτικό αγαθό σε μουσειακό είδος συμπυκνώνει αυτήν τη ριζική αλλαγή. Ταυτόχρονα, η κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης και ολόκληρου του ανατολικού μπλοκ εκμηδένισε τη ζήτηση για τα κεφαλαιουχικά αγαθά που προμήθευαν εκεί οι ανατολικογερμανικές επιχειρήσεις.
 Η βιομηχανία είχε περιορισμένες δυνατότητες να αντιδράσει με το όπλο των τιμών στην απώλεια των αγορών της, καθώς τα στοιχεία του κόστους της, με πρώτους τους μισθούς, αποτιμούνταν και αυτά με το νέο νόμισμα. Η αποκρατικοποίηση του παραγωγικού δυναμικού, που θα πραγματοποιούνταν ούτως η άλλως κάποτε, μετά την αλλαγή του πολιτικού καθεστώτος έγινε γρήγορα επιτακτική οικονομική ανάγκη. Ταυτόχρονα, το σύνολο σχεδόν των μέσων μαζικής ενημέρωσης παρουσίαζε τις ιδιωτικοποιήσεις σαν συνώνυμο της πολιτικής ελευθερίας.
 Τον Μάρτιο του 1990 ιδρύθηκε η «Αρχή για την καταπιστευτική διαχείριση της «λαϊκής» (κρατικής) ιδιοκτησίας» στην οποία μεταβιβάσθηκε όλη η κρατική περιουσία, με σκοπό τη διαφύλαξή της. Με την επιτάχυνση των πολιτικών εξελίξεων και την προϊούσα αποσύνθεση της παραγωγικής μηχανής της Ανατολικής Γερμανίας, τον Ιούνιο του ίδιου έτους ψηφίζεται ένας νέος νόμος που έφερε ως ημερομηνία 17 Ιούνη (συμβολική αναφορά στην εξέγερση των εργατών στο Ανατολικό Βερολίνο στις 17 Ιούνη 1953), ο οποίος όρισε πλέον ως σκοπό της αρχής, που έμεινε γνωστή ως η Treuhand (το καταπίστευμα), «την ιδιωτικοποίηση και αναδιοργάνωση» της λαϊκής ιδιοκτησίας. Η περιουσία αυτή περιλάμβανε πάνω από 8.500 κρατικές επιχειρήσεις με 4 εκατομμύρια εργαζόμενους ως προσωπικό, εκατομμύρια στρέμματα αγροτικής γης και δασών, την περιουσία των υπουργείων και του στρατού, μαζικών οργανώσεων και των πολιτικών κομμάτων.
 Οι δύο επιμέρους στόχοι του νέου νόμου για την Treuhand («αναδιοργάνωση και ιδιωτικοποίηση») αποδείχθηκαν, κάτω από τις κρατούσες οικονομικές και πολιτικές συνθήκες, ασύμβατοι. Την οδυνηρή αυτή διαπίστωση έκανε ο επικεφαλής της αρχής Detlev Karsten Rohwedder, ο οποίος είχε σημαντική εμπειρία διοίκησης στο δημόσιο, αλλά και στον ιδιωτικό τομέα της Δυτικής Γερμανίας. Οι προσπάθειές του να εξυγιάνει όσο το δυνατόν μεγαλύτερο αριθμό επιχειρήσεων πριν τις ιδιωτικοποιήσει και να διατηρήσει έτσι σημαντικό μέρος του προσωπικού τους τον έφερε σε σύγκρουση με την κυβέρνηση, που ήθελε να περιορίσει το γρηγορότερο δυνατόν το κόστος της διατήρησης ανατολικογερμανικών επιχειρήσεων, και με τους επιχειρηματικούς κύκλους της Δυτικής Γερμανίας που είχαν την πλειοψηφία στο διοικητικό των συμβούλιο της Treuhand και ζητούσαν την άμεση ιδιωτικοποίηση. Προς την ίδια κατεύθυνση πίεζαν και οι δυτικοί σύμμαχοι της Γερμανίας. Η πλάστιγγα έγειρε οριστικά προς αυτήν την πλευρά μετά τη δολοφονία την 1η Απριλίου 1991 του Ρόβεντερ από δράστες που παραμένουν ακόμα άγνωστοι — η ενέργεια αποδόθηκε χωρίς αποδείξεις στη RAF. 
 Τα χρόνια 1991-1993, στην πρώην Ανατολική Γερμανία, πουλήθηκαν με συνοπτικές διαδικασίες χιλιάδες επιχειρήσεις, συχνά ως απλά ακίνητα, και βρέθηκαν στο δρόμο 2,5 εκατομμύρια εργαζόμενοι. Οι αγοραστές ήταν γνωστές δυτικογερμανικές και μεγάλες ξένες επιχειρήσεις, μαζί με εκατοντάδες τυχάρπαστους επιχειρηματίες ποικίλων προελεύσεων. Η αξία της κρατικής βιομηχανίας της Ανατολικής Γερμανίας είχε εκτιμηθεί ανάμεσα σε 200 και 600 δισεκατομμύρια μάρκα. Από τη ρευστοποίησή της όμως η Treuhand εισέπραξε μόνο 44 δισεκατομμύρια και πήρε υποσχέσεις από τους αγοραστές ότι θα επένδυαν άλλα 170 δισεκατομμύρια στις επιχειρήσεις που απέκτησαν.
  Η όλη επιχείρηση εξελίχθηκε σε λεηλασία της δημόσιας περιουσίας τόσο της τέως Ανατολικής, αλλά και της Δυτικής Γερμανίας. Παρά τον στόχο της ιδιωτικοποίησης στο όνομα της μεγαλύτερης αποτελεσματικότητας του ιδιωτικού σε σχέση με το δημόσιο, η διαδικασία ήταν άκρως πολιτικοποιημένη. Το Χριστιανοδημοκρατικό Κόμμα έλεγχε την Treuhand, η Μπρίγκιτ Μπρόυελ, που διαδέχθηκε τον Ρόβεντερ, ήταν υπουργός Οικονομικών της χριστιανοδημοκρατικής κυβέρνησης της Κάτω Σαξωνίας και συγγένευε με επικεφαλής ιδιωτικών τραπεζών και μεγάλων βιομηχανιών. Οι Χριστιανοδημοκράτες φαίνεται ότι επωφελήθηκαν από παράνομες πληρωμές, οι οποίες ως σκάνδαλα σημάδεψαν την αποχώρηση του Χέλμουτ Κολ από την πολιτική. Ορισμένα από αυτά φημολογείται ότι συνδέονταν με παρεμβάσεις ξένων κυβερνήσεων υπέρ των δικών τους επιχειρήσεων, που διεκδικούσαν κομμάτια από το κουφάρι της ανατολικογερμανικής βιομηχανίας.
 Τα σκάνδαλα της Treuhand απασχόλησαν επί σειρά ετών τα δικαστήρια, καθώς δεκάδες υπάλληλοί της κατηγορήθηκαν ότι χρηματίσθηκαν και πολλοί αγοραστές επιχειρήσεων διώχθηκαν για αθέτηση συμβατικών υποχρεώσεων και απάτη. Για την ανατολικογερμανική κοινωνία το τραύμα δεν υπήρξε όμως μόνο οικονομικό, αλλά ταυτόχρονα δημογραφικό και ηθικό. Μέσα σε λίγα χρόνια, ο πληθυσμός της πρώην Ανατολικής Γερμανίας μειώθηκε από 18 σε 15 περίπου εκατομμύρια, ενώ η πτωτική τάση συνεχίζεται. Ειδικευμένοι εργάτες, μηχανικοί, γιατροί και γενικότερα τα νεότερα και δυναμικότερα μέλη της κοινωνίας εγκαταστάθηκαν στη Δυτική Γερμανία, όπου μπορούσαν να βρουν εργασία και με καλύτερους όρους. Αντίστροφα, μερικές χιλιάδες στελέχη της πολιτικής, της διοίκησης, της εκπαίδευσης και των επιχειρήσεων από τη Δυτική Γερμανία, που δεν είχαν σπουδαίες προοπτικές εκεί, βρήκαν διέξοδο αναλαμβάνοντας ως οιονεί στελέχη αποικιακής διοίκησης ανώτερες θέσεις στις ανατολικογερμανικές «Νέες Χώρες».
 Άνοιξε έτσι ένα ψυχολογικό χάσμα ανάμεσα στους «Όσι» και τους «Βέσι», που τροφοδοτείτο από πλήθος στερεότυπα, συχνά εμβαπτισμένα σε ανθρωπολογικές και άλλες «επιστημονικές» αναλύσεις, το οποίο δεν έχει γεφυρωθεί μέχρι σήμερα και εκφράζεται πολιτικά στην υποστήριξη που παρέχουν οι Ανατολικογερμανοί στο κόμμα της Αριστεράς (die Linke), που συγκυβερνά σε μερικά κρατίδια, και στην ισχυρή παρουσία των νεοναζιστικών οργανώσεων στις ανατολικές περιοχές. Το πολιτικό αυτό ρίσκο, εάν θεωρηθεί τέτοιο, το γερμανικό πολιτικό σύστημα μπορεί να το διαχειρισθεί. Διαθέτει, εξάλλου, ένα σημαντικό νομικό και αστυνομικό οπλοστάσιο που όμοιό του δεν υπάρχει σε καμιά άλλη δυτικοευρωπαϊκή χώρα. Η πρόσφατη αποκάλυψη ότι η πολιτική ασφάλεια (υπηρεσία προστασίας του Συντάγματος) έχει υπό επιτήρηση την ηγεσία και δεκάδες βουλευτές του κόμματος die Linke προκάλεσε περιορισμένη συγκίνηση και θεωρήθηκε σύμφωνη με τις προβλέψεις του Συντάγματος.
 Η διαχείριση των οικονομικοκοινωνικών συνεπειών της επανένωσης αποδείχθηκε πολύ δυσκολότερη από ό,τι εκείνη των πολιτικών. Οι μεταβιβαστικές πληρωμές από τη Δυτική Γερμανία προς την Ανατολική, για την αντιμετώπιση των κοινωνικών συνεπειών της ενοποίησης, αποτελούσαν μεγάλο βάρος για τον δημόσιο προϋπολογισμό. Η λειτουργία της Treuhand και μόνο άφησε χρέος 250 δισεκατομμυρίων μάρκων, που το επωμίσθηκε ο δημόσιος προϋπολογισμός. Με την εκκαθάριση του παραγωγικού δυναμικού της Ανατολικής Γερμανίας και την παγίωση του πολιτικού ελέγχου των Δυτικογερμανών σε αυτήν, το δημοσιονομικό βάρος της διατήρησης των κοινωνικών παροχών προς τους πολίτες που είχαν θιγεί οικονομικά από την επανένωση θεωρήθηκε αφόρητο για την ομαλή αναπαραγωγή του συστήματος. Έτσι, στα τέλη της δεκαετίας του 1990 άρχισαν να πληθαίνουν οι εκκλήσεις από πολιτικούς, συμπεριλαμβανομένου του Προέδρου της Δημοκρατίας Ρόμαν Χέρτσογκ, επιχειρηματίες και διανοούμενους για ένα «τράνταγμα» που θα ξεσκούριαζε το γερμανικό κράτος πρόνοιας και την αγορά εργασίας.
 Αυτό που ήταν αδιανόητο ή δύσκολο να συμβεί με κυβέρνηση Χριστιανοδημοκρατών, έγινε από την κυβέρνηση συνασπισμού Σοσιαλδημοκρατών και Πρασίνων — και η συμβολή των τελευταίων στην αποσυναρμολόγηση του κράτους πρόνοιας στο όνομα της ατομικής ελευθερίας δεν υπήρξε αμελητέα. Από την 1η Ιανουαρίου 2005 εφαρμόσθηκε μια νέα προνοιακή πολιτική που εισήγαγε η κυβέρνηση Σρέντερ, γνωστή ως Hartz IV, από το όνομα του Peter Hartz, επικεφαλής της επιτροπής που την εισηγήθηκε, προσωπάρχη της Volkswagen. Κύριος στόχος ήταν να μειώσει τις κοινωνικές παροχές προς τους μακροχρόνια ανέργους και να τους εξωθήσει να επιστρέψουν στην αγορά εργασίας, αναλαμβάνοντας χαμηλά αμειβόμενες απασχολήσεις. Οι μακροχρόνια άνεργοι ανήκαν κυρίως σε δύο μεγάλες κατηγορίες. Τη μεγαλύτερη την αποτελούσαν οι άνεργοι στην πρώην Ανατολική Γερμανία, όπου, παρά την εκροή μεγάλου μέρους του ενεργού πληθυσμού προς τη Δύση, το ποσοστό ανεργίας παρέμενε γύρω στο 20%. Η άλλη ομάδα ήταν τα παιδιά της πρώτης γενιάς μεταναστών, κυρίως από την Τουρκία και άλλες μουσουλμανικές χώρες, που δεν είχαν ολοκληρώσει τη σχολική τους εκπαίδευση. Σε αυτούς προστίθονταν τα συνήθη περιθωριακά άτομα των βιομηχανικών κοινωνιών.
 Η επιβολή αυτής της πολιτικής, που προκάλεσε δυναμικές πολιτικές διαμαρτυρίες και συνέβαλε στην εκλογική ήττα του SPD το 2005 και το 2009, συνοδεύθηκε από μια μεγάλης κλίμακας προπαγανδιστική εκστρατεία, με στόχο να διασύρει την προηγούμενη κοινωνική πολιτική ως απαρχαιωμένη και αναποτελεσματική, και να απενοχοποιήσει την κοινωνία για την εγκατάλειψη των ανέργων παρουσιάζοντάς τους ως κοινωνικά απροσάρμοστους. Στο πλαίσιο αυτής της εκστρατείας, η Ομοσπονδιακή Αρχή για την Εργασία (γερμανικός ΟΑΕΔ) μετονομάσθηκε σε Πρακτορείο Εργασίας (Agentur) και αναδιοργανώθηκε στο πρότυπο των ιδιωτικών γραφείων στρατολόγησης εργαζομένων ορισμένου χρόνου (Jobcenters). Επίσης, έγινε μεγάλη προβολή των Α.Ε.-Εγώ (Ich AG), της μετατροπής δηλαδή των ανέργων σε ανεξάρτητους επαγγελματίες-επιχειρηματίες, με κάποια στοιχειώδη αρχική επιδότηση.
 Παρά όμως τον κυρίαρχο λόγο περί αυτενέργειας και προσωπικής ελευθερίας, το νέο καθεστώς διατηρούσε τον λεπτόλογο υπολογισμό των ποικίλων παροχών προς τους ανέργους, με μικρότερα όμως ποσά, ενώ εισήγαγε πρωτόγνωρους περιορισμούς της προσωπικής ελευθερίας τους. Πιο χαρακτηριστικός, η υποχρέωση των μακροχρόνια ανέργων να αναλαμβάνουν εργασίες κοινοτικού ενδιαφέροντος ή ανθρωπιστικού χαρακτήρα σε δήμους, νοσοκομεία, σχολεία κλπ., με ωριαία αμοιβή που από τον νόμο δεν μπορούσε να ξεπεράσει το 1,50 ευρώ. Σε πολλές περιπτώσεις, οι εργοδότες όρισαν την αμοιβή στο 1 ευρώ (1 euro Jobs). Αυτοί που προσλαμβάνονται σε τέτοιες εργασίες δεν απολαμβάνουν τα ασφαλιστικά και κοινωνικά δικαιώματα των κανονικών εργαζόμενων. Οι εργοδότες τους όμως επιδοτούνται για τις θέσεις που προσφέρουν.
 Η πολιτική πέτυχε τους στόχους της. Το κόστος ενίσχυσης των ανέργων μειώθηκε, πολλαπλασιάσθηκαν οι περιπτώσεις επισφαλούς απασχόλησης κυρίως με τη μορφή ανάθεσης έργου και συμπιέσθηκαν οι κατώτερες αμοιβές, όπως δείχνει και η έντονη συζήτηση σήμερα στη Γερμανία για την εισαγωγή διά νόμου κατώτερου μισθού. Η συμπίεση του κόστους της εργασίας έπαιξε μεγάλο ρόλο στο ξεπέρασμα της ύφεσης του 2009, αν και δεν ήταν ο μοναδικός ούτε ο κυριότερος παράγοντας. Σημαντικότερη ίσως συμβολή είχε ό,τι είχε απομείνει από το γερμανικό μοντέλο κοινωνικής συναίνεσης. Τη στιγμή της βαθύτερης ύφεσης, η γερμανική κυβέρνηση επενέβη για να συγκρατήσει την ανεργία, ενθαρρύνοντας συμφωνίες εργοδοτών και συνδικάτων για την προσωρινή εισαγωγή της μερικής απασχόλησης και αναπληρώνοντας μέρος των εισοδηματικών απωλειών που συνεπαγόταν για τους μισθωτούς. Η μείωση του κόστους της εργασίας, η άνοδος της παραγωγής και των εξαγωγών δεν πρέπει να μας κάνει να παραβλέπουμε ότι δεν επωφελήθηκαν όλοι οι Γερμανοί. Η ψαλίδα των εισοδημάτων έχει διευρυνθεί και πολλοί κανονικοί εργαζόμενοι δεν μπορούν πλέον να ζήσουν με τον μισθό τους, ενώ 15% των παιδιών εξαρτώνται από τα προνοιακά επιδόματα του Hartz IV. Η σκληρή στάση της γερμανικής κυβέρνησης απέναντι στις υπερχρεωμένες χώρες του ευρωπαϊκού Νότου αποσκοπεί, ανάμεσα στα άλλα, να στρέψει σ’ αυτές τη δυσαρέσκεια των δυσπραγούντων τμημάτων της γερμανικής κοινωνίας αδιαφορώντας, αν έτσι αναζωπυρώνει τις εθνικιστικές προκαταλήψεις.
Η εξαθλίωση των ευρωπαϊκών οικονομιών μοχλός στην ανάπτυξη της Γερμανίας
 Ζαλισμένο από τις επιτυχίες της οικονομίας του, με μειωμένο αυτοέλεγχο καθώς δεν συναντά αντίσταση από τις οικονομικές και πολιτικές ηγεσίες των υπολοίπων ευρωπαϊκών χωρών, το άρχον κοινωνικό συγκρότημα στη Γερμανία αισιοδοξεί ότι θα μπορέσει να επιβάλει αυτό το μοντέλο σε όλη την Ευρώπη. Στόχος δεν είναι να γίνουν οι άλλες ευρωπαϊκές οικονομίες εξίσου ανταγωνιστικές με τη γερμανική, αλλά η εξαθλίωσή τους να συντηρήσει την ανάπτυξη της γερμανικής οικονομίας, όπως έγινε με τη διάλυση του παραγωγικού ιστού της Ανατολικής Γερμανίας. Αυτό, με δύο τρόπους. Πρώτον, με την προμήθεια εξειδικευμένου εργατικού δυναμικού (μηχανικοί, γιατροί) που θα καλύψει τα κενά τα οποία δημιουργεί η γερμανική υπογεννητικότητα και οι αγκυλώσεις του εκπαιδευτικού συστήματος. Κατά την επίσκεψη Μέρκελ στην Ισπανία τον Φεβρουάριο του 2011, ο υπαρχηγός της κοινοβουλευτικής ομάδας του Χριστιανοδημοκρατικού Κόμματος ζήτησε το ζήτημα της προσέλκυσης εξειδικευμένων Ισπανών εργατών να τεθεί στην ημερήσια διάταξη των συζητήσεων, ενώ οικονομικοί εμπειρογνώμονες στη Γερμανία εκθειάζουν τη στρατολόγηση ειδικευμένου προσωπικού ως μεγάλη υπηρεσία της Γερμανίας στην ευρωπαϊκή υπόθεση.
 Δεύτερον, με την εξαγορά, σε εξευτελιστικές τιμές, δημόσιων και ιδιωτικών επιχειρήσεων του ευρωπαϊκού Νότου. Κατά τα άλλα, η σημερινή δομή της γερμανικής οικονομίας την έχει καταστήσει αδιάφορη στο ενδεχόμενο να χάσει τις αγορές της νότιας Ευρώπης. Υπολογίζουν ότι στις χώρες αυτές θα επιβιώσει μια μικρή ζήτηση για τα προϊόντα που τους ενδιαφέρουν  – οι εφοπλιστές, π.χ., θα έχουν πάντα ανάγκη από ακριβά αυτοκίνητα. Οι όποιες απώλειες ζήτησης στον ευρωπαϊκό Νότο θα υπεραντισταθμισθούν από τη ζήτηση στις αγορές των BRIC (Βραζιλία, Ρωσία, Ινδία, Κίνα). Εξάλλου, οι εγκαταστάσεις των γερμανικών βιομηχανικών επιχειρήσεων στη Γερμανία έχουν εξαντλήσει σήμερα το παραγωγικό τους δυναμικό, και μια επέκταση των παραγωγικών εγκαταστάσεων στο εσωτερικό είναι στις περισσότερες περιπτώσεις ασύμφορη.
 Αντίστροφα, μια χαλαρότερη εισοδηματική πολιτική στη Γερμανία και η αναθέρμανση της ζήτησης σε αυτήν λίγο μόνο θα ωφελήσει τις περισσότερες χώρες του ευρωπαϊκού Νότου. Η δέσμη προϊόντων που θα μπορούσαν να εξαγάγουν αυτές οι χώρες δεν θα μπορέσει ποτέ να προσφερθεί σε ανταγωνιστικές τιμές σε σχέση με την προσφορά από τα BRIC. Αλλά ούτε κάτι τέτοιο είναι επιθυμητό για τους γερμανούς ιθύνοντες, αντίθετα αντιμετωπίζεται με ανησυχία, γιατί θα μπορούσε να δυσχεράνει τις ανταλλαγές τους με τις εξωτικές χώρες. Από μια αναθέρμανση της ζήτησης μέσω μιας χαλαρότερης εισοδηματικής πολιτικής στη Γερμανία και άλλες χώρες του ευρωπαϊκού Βορρά θα μπορούσε να επωφεληθούν η Γαλλία και η Ιταλία με το εμπορικό καλάθι από διαρκή καταναλωτικά αγαθά και καταναλωτικά προϊόντα πολυτελείας (αρώματα, υφάσματα, μόδα, ποτά κ.ά.) που προσφέρουν.
 Είναι χαρακτηριστικό ότι στην αρχή της ελληνικής κρίσης η Κριστίν Λαγκάρντ, υπουργός Οικονομικών τότε της Γαλλίας, ζήτησε αλλαγή της εισοδηματικής πολιτικής στη Γερμανία, για να αναθερμανθεί η ενδοευρωπαϊκή ζήτηση. Κάτι ανάλογο ζήτησε στο Βερολίνο και ο Κ. Σημίτης από τις χώρες του ευρωπαϊκού Βορρά. Αντίθετα με τη Γαλλία, οι χώρες του ευρωπαϊκού Νότου πολύ λίγο θα επωφελούνταν από κάτι τέτοιο. Το κατρακύλισμα της Ελλάδας στη σειρά των προμηθευτών της γερμανικής οικονομίας ανάμεσα στο 1981 και σήμερα δείχνει ότι έχει παύσει να υφίσταται η συμπληρωματικότητα ανάμεσα στις δύο οικονομίες που είχε διαμορφωθεί μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Η μείωση του μισθολογικού κόστους που απαιτούν σήμερα οι δανειστές της Ελλάδας δεν έχει ως στόχο να προσελκύσει ξένες επενδύσεις και να καταστήσει την Ελλάδα «πλατφόρμα» της γερμανικής οικονομίας για τις εξαγωγές της προς την Κίνα, όπως φαντασιώνονται υποστηρικτές, αλλά και μερικοί επικριτές της πολιτικής του μνημονίου. Πιθανότερο είναι ότι με τη μείωση του μισθολογικού κόστους επιδιώκεται η συνεπακόλουθη μείωση του κόστους των προνοιακών πολιτικών.
Η εφαρμογή της πολιτικής της γερμανικής ενοποίησης στην Ελλάδα και τα όρια που θέτει η εθνική κυριαρχία
 Η κατ’ αναλογία εφαρμογή της πολιτικής της γερμανικής ενοποίησης στις χώρες του ευρωπαϊκού Νότου συναντά κάποια πραγματικά όρια που θα μπορούσε να θέσει η εθνική κυριαρχία. Εδώ δεν πρόκειται για μία χώρα, αλλά για δύο, τυπικά και ουσιαστικά, ξεχωριστές. Έτσι, η εφαρμογή αυτής της πολιτικής σε ευρωπαϊκό επίπεδο είναι ένα πρωτόγνωρο πείραμα. Η κατάσταση γίνεται ακόμα πιο πολύπλοκη λόγω της παρουσίας του ΔΝΤ, στο οποίο και άλλες χώρες, με πρώτη τις ΗΠΑ, ασκούν επιρροή. Δεν είναι σαφές αν συμφωνούν με τους στόχους της γερμανικής πολιτικής ή την προωθούν περιμένοντας να επωφεληθούν από την αποτυχία της. Στο επίπεδο της σύγκρισης των δύο χωρών, στη Γερμανία το σύστημα είναι υποχρεωμένο να φροντίσει να υπάρξουν, στην οικονομική και κοινωνική έρημο που δημιούργησε στην τέως Ανατολική Γερμανία, νησίδες ευημερίας και «αριστείας», όπως τα εργοστάσια μερικών μεγάλων επιχειρήσεων, τα πανεπιστήμια και τα παραρτήματα ερευνητικών κέντρων σε τομείς αιχμής.
 Δεν υπάρχει καμιά εσωτερική πολιτική πίεση για να επιδειχθούν παρόμοιες ευαισθησίες στην Ελλάδα. Ο τουρισμός και η αγροτική παραγωγή διακηρύσσεται ότι αρκούν στην Ελλάδα του 21ου αιώνα. Από την άλλη όμως, η χώρα είναι τυπικά ανεξάρτητη και, σε αντίθεση με την Ανατολική Γερμανία, διαθέτει μια αστική τάξη, έχει δηλαδή δικούς της κοινωνικούς φορείς οικονομικών συμφερόντων, που θεωρητικά τουλάχιστον θα μπορούσαν να έχουν διαφορετική γνώμη. Ωστόσο, από άγνοια, ελαφρότητα ή και σκοπιμότητα οι διαφορετικές μερίδες του άρχοντος ελληνικού κοινωνικού συνασπισμού συμμορφώθηκαν στην εντέλεια με τις απαιτήσεις της γερμανικής πολιτικής. Έχει επισημανθεί ότι η επέμβαση του ΔΝΤ και της Ε.Ε. έγινε δεκτή από πολλούς ως η ευκαιρία για να διεξαχθεί κάτω από καλύτερους όρους για το ελληνικό κεφάλαιο η ταξική πάλη. Είχε θολώσει η κρίση όσων δήλωναν «έχω μεγαλύτερη εμπιστοσύνη στο ΔΝΤ και την Ε.Ε. από όσο στους έλληνες πολιτικούς», ενώ γνώριζαν τα αίτια και τους κινδύνους που έκρυβε η πραγματική κατάσταση της ελληνικής οικονομίας. «Εφόσον συνεχιστεί, το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών θα έχει ως αποτέλεσμα είτε το μεγαλύτερο δανεισμό της χώρας είτε τη σταδιακή εξαγορά του ελληνικού κεφαλαίου από τους ξένους, με αρνητικές επιπτώσεις στο μελλοντικό βιοτικό επίπεδο, αφού στο μέλλον το εισόδημα των κατοίκων της Ελλάδας θα προέρχεται κυρίως από την εργασία, και όχι τόσο από την κατοχή κεφαλαίου» (Γκίκας Χαρδούβελης ραδιόφωνο ΝΕΤ 4.4.2010 και ο ίδιος στο Η διεθνής χρηματοπιστωτική κρίση και η Ελλάδα, σ. 38, Economia Business Tank, Αθήνα Φεβρουάριος 2009).
Μόνο χάρη στην ευρύτατη υποστήριξη των οικονομικών κύκλων, του Τύπου και των διανοουμένων μπόρεσε ο «κυβερνών διεφθαρμένο λαό» Γ. Παπανδρέου να προωθήσει την επιχείρηση αυτοενοχοποίησης του ελληνικού λαού. Ποιος θυμάται σήμερα τη διακριτικότητα με την οποία ο Τύπος υποδέχθηκε την επί μήνες και σοβούσης της οικονομικής κρίσης αναζήτηση γενικών γραμματέων των οικονομικών υπουργείων μέσω του διαδικτύου ή τα φροντιστηριακά μαθήματα καθηγητών του Χάρβαρντ προς τους υπουργούς για τη διαχείριση κρίσεων γενικώς, ενώ το ζήτημα ήταν η δημοσιονομική κρίση που χτυπούσε τις πόρτες των γραφείων τους;
 Απίθανοι υπολογισμοί, όπως εκείνοι της μελέτης του ΙΟΒΕ ότι η απελευθέρωση των κλειστών επαγγελμάτων θα πρόσθετε, μέσα σε λίγα χρόνια, 13% στο ΑΠΕ και η απορρύθμιση της αγοράς εργασίας άλλα 3,5% προσφέρουν το άλλοθι στους εμπειρογνώμονες του ΔΝΤ για να αποδώσουν, στην τελευταία τους έκθεση, την παταγώδη αποτυχία της πολιτικής τους στην καθυστέρηση των λεγόμενων διαρθρωτικών αλλαγών, επιχείρημα που εύκολα αναπαράγουν οι έλληνες υποστηρικτές των μνημονιακών πολιτικών. Τελευταία, ο ελληνικός Τύπος είναι γεμάτος από αλληλοκατηγορίες εκπροσώπων εργοδοτικών οργανώσεων ότι είναι αυτοί οι εισηγητές των καταστροφικών μέτρων που επιβάλλει η τρόικα.
 Η έμφαση στους μισθούς και τις συντάξεις είχαν θέσει προσωρινά σε δεύτερη μοίρα τη συζήτηση για την εκποίηση της κρατικής περιουσίας, και κινδυνεύει να ξεχασθεί η ελληνική συμβολή σε αυτόν τον τομέα. Την άνοιξη του 2011 η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ και η αντιπολίτευση της ΝΔ του Ζαπείου Ι και ΙΙ διαπληκτίζονταν για την πατρότητα της ιδέας της «αξιοποίησης» κρατικής περιουσίας, που υποτίθεται ότι θα απέφερε μέχρι το 2015 50 δισεκατομμύρια. Την ίδια εποχή, γερμανοί οικονομολόγοι δέχονταν μεν ότι οι ελληνικές τράπεζες με τις συμμετοχές τους στα Βαλκάνια και ορισμένες ελληνικές ΔΕΚΟ έχουν ενδιαφέροντα στοιχεία στο ενεργητικό τους, αλλά έκριναν ότι η αποτίμησή τους ήταν «ακόμα» πολύ υψηλή, παρόλο που είχε ήδη πέσει πάνω από 50% σε σχέση με εκείνη πριν από την κρίση.
 Αυτό δεν εμπόδισε, λίγους μήνες αργότερα, τον Στ. Μάνο, τον Ι. Στουρνάρα και τον «έχοντα πολυετή πείρα στο real estate» Γ. Παναγιωτίδη να συμπήξουν την Πρωτοβουλία Κάππα και να παρουσιάσουν το σχέδιο «Αρχιμήδης» για την απόσβεση του δημόσιου χρέους μέσω της εκποίησης της δημόσιας και δημοτικής ακίνητης περιουσίας που θα είχε μεταβιβασθεί σε μια εταιρία ειδικού σκοπού την οποίαν ευελπιστούσαν ότι θα χρηματοδοτούσε και διοικούσε η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων και το EFSF.
Η κερδοσκοπία των ελλήνων αστών εναντίον της πολιτικής που χειροκροτούν
 Οι θεωρίες περί δημιουργικής καταστροφής, που γνώρισαν μια σύντομη φάση δημοτικότητας σε κάποια ελληνικά έντυπα προτού η κοινωνική καταστροφή βαθύνει και καταστήσει άτοπα και επικίνδυνα τέτοια θεωρητικά ακκίσματα, επιβεβαίωσαν την ταξική διάσταση της υποστήριξης της μνημονιακής πολιτικής. Οι ξένοι δανειστές και οι έλληνες σύμμαχοί τους συμφωνούν ότι δεν πρέπει να διαταραχθεί η κοινωνική ιεραρχία ούτε να θιγούν οι ανισότητες. Έτσι, οι ξένοι δανειστές αποσιωπούν ένα σημαντικό ελαφρυντικό για την αποτυχία των πολιτικών τους: Δεν είχαν προβλέψει σε ποιο βαθμό οι έλληνες αστοί θα αντιδρούσαν σαν κάτοικοι μιας μπανανίας, φυγαδεύοντας τα χρηματικά τους κεφάλαια ή/και μην εισάγοντας τα κέρδη που πραγματοποίησαν στο εξωτερικό, επιτείνοντας με αυτό τον τρόπο τα προβλήματα των τραπεζών, την πιστωτική στενότητα και την ύφεση.
Οι φανατικότεροι εγχώριοι υποστηρικτές της παραμονής της Ελλάδας στο ευρώ μάχονται υπέρ αυτής, οχυρωμένοι πίσω από τις καταθέσεις τους στις τράπεζες του εξωτερικού και τα ακίνητα που αγόρασαν στις ακριβές γειτονιές του Λονδίνου. Το ΔΝΤ και η Ε.Ε. θα μπορούσαν να υποστηρίξουν ότι η ύφεση έγινε βαθύτερη στην Ελλάδα από ό,τι υπολόγιζαν, γιατί αυτοί που τους κάλεσαν είχαν πολύ μικρή εμπιστοσύνη στον εαυτό τους και κερδοσκοπούσαν εναντίον της πολιτικής που χειροκροτούσαν.
 Σήμερα, οι δανειστές της Ελλάδας και οι εγχώριοι υποστηρικτές τους μπροστά στα εμπόδια που συναντά η πολιτική τους την εντείνουν, σαν τους παίκτες που χάνουν και διπλασιάζουν τη μίζα τους, σε μια απελπισμένη προσπάθεια να ανακτήσουν τις αρχικές τους απώλειες. Τις τελευταίες μέρες, ο λόγος περί διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων έχει ξεφύγει από την αοριστία και εστιάζεται στο πραγματικό του αντικείμενο: την εκποίηση της δημόσιας περιουσίας. Οι αγοραίες τιμές της έχουν εκμηδενισθεί και επείγει να αρχίσει η εκποίηση με την οποία συνδέουν την εφαρμογή του PSI, γιατί κάθε καθυστέρηση μπορεί να προκαλέσει απρόβλεπτες και ανεξέλεγκτες αναταραχές σε άλλα επίπεδα της ευρωπαϊκής οικονομίας.
 Φαίνεται ότι στο παρασκήνιο η μοιρασιά έχει ήδη γίνει: στις γαλλικές εταιρίες θα πάνε οι ελληνικές εταιρίες ύδρευσης και αποχέτευσης, γερμανικές και αμερικανικές τράπεζες θα διαμοιρασθούν την κληρονομιά των ελληνικών τραπεζών στα Βαλκάνια και την Ανατολική Ευρώπη, ενώ περισσότεροι εταίροι μας θα γευθούν τα κοψίδια από τη διασπασμένη ΔΕΗ. Από κοντά βέβαια και διάφοροι αιώνιοι έλληνες μεσάζοντες που θα ανταμειφθούν για την πίστη τους στο ευρώ και θα επαναπατρίσουν τα κεφάλαιά τους. Ταυτόχρονα, επιδιώκεται μέσω της φορολογίας να εξαναγκασθούν να εκποιήσουν σε χαμηλές τιμές την ακίνητη περιουσία τους και οι ιδιώτες.
Αποπτώχευση των ιδιωτών, εκποίηση της δημόσιας περιουσίας: τα πολιτικά εμπόδια
 Ο συνδυασμός αποπτώχευσης των ιδιωτών και εκποίησης της δημόσιας περιουσίας συναντά βέβαια μεγάλα πολιτικά εμπόδια. Δεν είναι τυχαίο ότι οι εγχώριοι υποστηρικτές αυτής της πολιτικής φαντασιώνονται ένα νέο Γουδί και πολλαπλασιάζουν τις παρεμβάσεις τους στις οποίες προτείνουν την επί το συντηρητικότερο αλλαγή των πολιτικών θεσμών, τη δημιουργία κομμάτων και κυβερνήσεων των «αρίστων», την κινητοποίηση του «πλειοψηφικού ανατρεπτικού ρεύματος των εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων, σε δεκάδες κινήσεις, που είναι έτοιμοι και περιμένουν ένα όνομα, ένα τηλέφωνο και μία διεύθυνση». Αυτή η φραστική υπερδιέγερση και η πολιτικοκοσμική κινητικότητα στον αστικό κόσμο, προς το παρόν, επιβεβαιώνει την αδυναμία του να ασκήσει ηγεμονία προτείνοντας ένα όραμα για την ελληνική κοινωνία που θα αποσπούσε ευρύτερη συναίνεση.
 Παράλληλα, οι ελπίδες για νέους συνασπισμούς εξουσίας στην Αριστερά δεν μπορούν να ξεπεράσουν τις διαιρέσεις της, καθώς το περιεχόμενο και οι στόχοι των συνασπισμών παραμένουν ασαφείς. Αν όμως ο πυρήνας του προβλήματος βρίσκεται στο παραγωγικό και το εμπορικό έλλειμμα, η λύση, η αναβάθμιση της θέσης της Ελλάδας στον διεθνή καταμερισμό της εργασίας δεν μπορεί να επιτευχθεί χωρίς μια πλατιά κοινωνική συναίνεση για τους στόχους, δίκαιη κατανομή των βαρών και σεβασμό της αξιοπρέπειας των πολιτών.
 Προς το παρόν, η κακοφωνία για τους πολιτικούς θεσμούς εισπράττεται από μεγάλο μέρος αυτών που πράγματι θίγονται από την κρίση σαν απόδειξη ότι το δημοκρατικό σύστημα σε οιαδήποτε μορφή του, των αρίστων ή την πελατειακή, είναι το πρόβλημα, και η βία και η μισαλλοδοξία η απάντηση στα προβλήματα. Αν οι δημοσκοπικές επιδόσεις του ΛΑΟΣ παρουσιάζονται καθηλωμένες, αντίθετα νεολαιίστικες ακροδεξιές οργανώσεις γνωρίζουν μεγάλη ανάπτυξη στα σχολεία και την κοινωνία επαρχιακών πόλεων και συνοικιών της πρωτεύουσας. Οι νεαροί Ευέλπιδες και οι χουντικοί ύμνοι που τραγούδησαν είναι καλοί δείκτες των αλλαγών που συντελούνται στη βάση της ελληνικής κοινωνίας. Η ατιμωρησία τους ταιριάζει με την ανοχή της παρουσίας του ΛΑΟΣ στην κυβέρνηση που ανταμείφθηκε για την υποστήριξή του στην μνημονιακή πολιτική.
 Οι έλληνες αστοί μοιάζουν να ξέχασαν το δίδαγμα που αποκόμισαν οι γονιοί τους από την περίοδο 1949-1967: η οικονομική καταπίεση και η κοινωνική περιθωριοποίηση της πλειονότητας του πληθυσμού, η φαλκίδευση της πολιτικής της βούλησης, ενισχύει τη θέση των δυναμικών ερεισμάτων της εξουσίας — αστυνομία, στρατός, μυστικές υπηρεσίες– που αργά η γρήγορα θα αυτονομηθούν.


Ο Χρήστος Χατζηιωσήφ διδάσκει σύγχρονη ιστορία στο Πανεπιστήμιο Κρήτης